Υπέρταση – Μία μάστιγα της εποχής μας

Υπέρταση: Μία μάστιγα της εποχής μας Υπέρταση: Μία μάστιγα της εποχής μας

Η υπέρταση είναι μία εξαιρετικά συχνή πάθηση στις ανεπτυγμένες χώρες και η μικρή μας Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση. Περίπου 20% των ενηλίκων στις ανεπτυγμένες χώρες πάσχει από υπέρταση και δυστυχώς υπολογίζεται ότι ο ένας στους τρεις υπερτασικούς δεν γνωρίζει καν ότι πάσχει από υπέρταση.

Η αρτηριακή πίεση είναι ο τρόπος που το σώμα μας αναγκάζει το αίμα να κυκλοφορεί μέσα στα αγγεία και να μεταφέρεται στα διάφορα όργανα. Το αίμα είναι το μέσον με το οποίο το οξυγόνο μεταφέρεται στα όργανα του σώματος.

Υπέρταση: Μία μάστιγα της εποχής μαςΌταν μιλάμε για υπέρταση ουσιαστικά αναφερόμαστε σε ανθρώπους που η «μεγάλη» τους πίεση ξεπερνά το 12 και η «μικρή» το 8. Αυτές οι τιμές θεωρούνται ως ιδανικές ενώ τα φυσιολογικά όρια ορίζονται αντίστοιχα σε 14 και 9. Η ιατρική ονομασία της «μεγάλης» πίεσης είναι συστολική και της «μικρής» είναι διαστολική.

Οι περισσότεροι από εμάς τείνουμε να πιστεύουμε ότι η υπέρταση οφείλεται στο άγχος, στην έλλειψη σωματικής άσκησης και στο σύγχρονο τρόπο ζωής. Στην πραγματικότητα ούτε οι ίδιοι οι επιστήμονες δεν γνωρίζουν με απόλυτη ακρίβεια την αιτία της υπέρτασης, αντίθετα πιστεύουν ότι η υπέρταση οφείλεται σε συνδυασμό πολλών διαφορετικών παραγόντων. Αυτή η μορφή υπέρτασης ονομάζεται πρωτοπαθής ή ιδιοπαθής υπέρταση. Η δευτεροπαθής υπέρταση είναι εκείνη που είναι αποτέλεσμα άλλων νοσημάτων όπως π.χ. βλάβες των νεφρών, προβλήματα αγγείων, ορμονικές διαταραχές και συγγενείς ανωμαλίες.

Δυστυχώς η υπέρταση δεν δίνει συμπτώματα και δεν προειδοποιεί. Ακόμη κι όταν η πίεση μας είναι υψηλή, οι περισσότεροι από εμάς δεν νιώθουμε τίποτα. Λίγοι άνθρωποι μπορεί να παρουσιάσουν πονοκέφαλο, ρινορραγία, αιμορραγία αγγείων στα μάτια ή γενικότερη αδιαθεσία, όμως αυτά τα συμπτώματα μπορεί να οφείλονται και σε άλλα νοσήματα επομένως δεν αποτελούν αδιαμφισβήτητα στοιχεία για ύπαρξη υπέρτασης.

Είναι σημαντικό να επισημάνουμε ότι από υπέρταση μπορεί να πάσχει οποιοσδήποτε άνθρωπος, ακόμα και άτομα που είναι ήρεμοι χαρακτήρες ή που δεν απασχολούνται σε εργασία υψηλής έντασης και άγχους. Αναφέρεται πάντως ότι το οικογενειακό ιστορικό έχει σημασία καθώς τα παιδιά των υπερτασικών έχουν αυξημένες πιθανότητες να εμφανίσουν υπέρταση. Επίσης, η ηλικία είναι καθοριστικός παράγοντας για την εμφάνιση υπέρτασης. Συνήθως υπέρταση εμφανίζουν οι ηλικιωμένοι (περίπου οι μισοί άνθρωποι ηλικίας 65 ετών και άνω), αν και η υπέρταση συνήθως εντοπίζεται για πρώτη φορά τυχαία, πολύ συχνά σε ανθρώπους μεταξύ 40 και 50 ετών.

Η υπέρταση δείχνει να έχει ιδιαίτερη προτίμηση στους άνδρες, στην ηλικία των 50 ετών περίπου, ενώ οι γυναίκες τείνουν να εμφανίζουν υπέρταση μετά την εμμηνόπαυση. Επίσης, υπέρταση παρουσιάζουν συχνότερα τα υπέρβαρα ή παχύσαρκα άτομα και για αυτό το λόγο τα άτομα με αυξημένο σωματικό βάρος θα πρέπει να παρακολουθούν συχνά την πίεσή τους ακόμη κι αν δεν έχουν διαγνωσθεί να πάσχουν από υπέρταση.

Η υπέρταση είναι εξαιρετικά επικίνδυνη πάθηση καθώς αυξάνει τον κίνδυνο καρδιαγγειακών νοσημάτων και εγκεφαλικών επεισοδίων που δύσκολα θεραπεύονται. Με άλλα λόγια, η υπέρταση είναι επικίνδυνη καθώς αυξάνει τις πιθανότητες να υποστούμε βλάβες στην καρδιά, εμφράγματα, εγκεφαλικά επεισόδια, νεφρική ανεπάρκεια . . . Η υπέρταση λοιπόν επιβαρύνει άλλα ζωτικά μας όργανα και στην ουσία μπορεί να μειώσει το λεγόμενο προσδόκιμο επιβίωσης δηλαδή τα χρόνια που υπολογίζεται ότι ζει ένας άνθρωπος.

Έτσι, ένας ασθενής με υπέρταση, που δεν γνωρίζει την πάθησή του, μπορεί να έχει ήδη υποστεί σημαντικές και μη αναστρέψιμες βλάβες σε άλλα όργανα του σώματός του. Για αυτό είναι σημαντικό η αρτηριακή πίεση να διατηρείται εντός των φυσιολογικών ορίων που σε ορισμένες περιπτώσεις ασθενών (π.χ. όταν συνυπάρχουν νοσήματα όπως ο διαβήτης ή η νεφρική ανεπάρκεια) πρέπει να καθορίζονται σε ακόμη χαμηλότερα επίπεδα.

Σε αρκετές περιπτώσεις, η αρτηριακή πίεση μπορεί να μειωθεί χωρίς χρήση φαρμάκων. Η απώλεια βάρους, η μείωση της πρόσληψης αλατιού, η σωματική άσκηση, η μείωση του αλκοόλ, η διακοπή του καπνίσματος και ένας πιο ήρεμος τρόπος ζωής, μπορεί να επαναφέρουν την πίεσή μας σε φυσιολογικά όρια. Επίσης, η μείωση της χοληστερίνης και των τριγλυκεριδίων είναι επιπλέον παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση καρδιαγγειακών επεισοδίων και αν συνυπάρχουν, ο γιατρός θα λάβει μέτρα και για τη μείωση των επιπέδων αυτών των τιμών.

Όταν τα παραπάνω μέτρα δεν οδηγήσουν την αρτηριακή πίεση εντός φυσιολογικών ορίων, το λόγο έχει η φαρμακευτική αγωγή. Για την απόφαση έναρξης θεραπείας με φάρμακα, εκτός από τις τιμές της αρτηριακής πίεσης, ο γιατρός λαμβάνει υπόψη την παρουσία άλλων παραγόντων καρδιαγγειακού κινδύνου, καθώς και πιθανές ενδείξεις ότι έχουν προσβληθεί όργανα που συνήθως απειλεί η υπέρταση.

Χρησιμοποιούνται αρκετοί τύποι φαρμάκων, οι οποίοι δρουν σε διαφορετικά συστήματα του οργανισμού, που είναι υπεύθυνα για τη ρύθμιση της πίεσης. Το φάρμακο που θα χρησιμοποιηθεί αποφασίζεται πάντα από το γιατρό που θα λάβει υπόψη του τις ανάγκες και την γενικότερη κατάσταση της υγείας του κάθε υπερτασικού ασθενή.

Οι διάφοροι τύποι των αντι-υπερτασικών φαρμάκων που χρησιμοποιούνται πιο συχνά είναι:

Διουρητικά
Αναστολείς των β και α υποδοχέων
Αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης (α ΜΕΑ)
Ανταγωνιστές της αγγειοτασίνης
Ανταγωνιστές ασβεστίου
Περιφερικά αγγειοδιασταλτικά και φάρμακα που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα

Αν διαγνώσθηκε υπέρταση, ο ασθενής θα πρέπει αμέσως, σύμφωνα με τις οδηγίες του αρμόδιου γιατρού, να αρχίσει τη συστηνόμενη θεραπεία την οποία δεν θα πρέπει να διακόψει ακόμη κι αν ο ίδιος νιώθει υγιής.

Ο ασθενής θα πρέπει να έχει υπόψη του ότι τα φάρμακα χρειάζονται κάποιο χρόνο μέχρι να δώσουν αποτελέσματα. Επίσης, καθώς η ρύθμιση της πίεσης δεν είναι απλή υπόθεση, ίσως χρειαστεί να γίνει αλλαγή στο φάρμακο ή στη δοσολογία. Για αυτό το λόγο, ο αρμόδιος ιατρός θα παρακολουθεί στενά τον ασθενή στο πρώτο διάστημα από την έναρξη της θεραπείας ώστε να εντοπισθούν οι αναγκαίες αλλαγές στη θεραπεία.

Όλα τα φάρμακα έχουν παρενέργειες. Όταν ξεκινάμε μία καινούργια θεραπεία, θα πρέπει να παρακολουθούμε προσεκτικά τυχόν «παράξενα» συμπτώματα που μας παρουσιάζονται και να ενημερώνουμε το γιατρό. Επίσης, είναι χρήσιμο όταν ο γιατρός μας συστήνει κάποιο φάρμακο, να τον ρωτήσουμε τι παρενέργειες είναι πιθανό να παρουσιαστούν και πώς θα τις αντιμετωπίσουμε. Επιπλέον, κάθε ασθενής θα πρέπει να διαβάσει το ένθετο που περιλαμβάνεται στη συσκευασία κάθε φαρμάκου ώστε να είναι ενήμερος για το προϊόν που λαμβάνει.

Όταν ο γιατρός σας αποφασίζει να σας δώσει κάποια θεραπεία, θα πρέπει να τον ενημερώσετε λεπτομερώς για τυχόν άλλα νοσήματα (κυρίως χρόνια όπως π.χ. ο διαβήτης, το άσθμα κ.λπ.) αλλά και για άλλα φάρμακα που λαμβάνετε (π.χ. θεραπεία για το γλαύκωμα των ματιών, μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα για οστεοαρθρίτιδα κ.λπ.). Οι ουσίες κάποιων φαρμάκων αντενδείκνυνται αν ο ασθενής λαμβάνει κάποιες άλλες ομάδες φαρμάκων, επομένως μην παραλείψετε να ενημερώσετε το γιατρό σας.

Να μην ξεχνάμε ότι ακόμη κι αν η υπέρταση δεν είναι κρυολόγημα που θα περάσει, η πίεσή μας θα ρυθμιστεί με την ανάλογη θεραπεία και θα προφυλάξουμε έτσι τον εαυτό μας από χειρότερες βλάβες στην υγεία μας που μπορεί να προκληθούν από μία μη-αντιμετωπιζόμενη υπέρταση.

Μαίρη Υφαντή

Info: To άρθρο αυτό δεν αποτελεί ιατρικό κείμενο. Αν υποψιάζεστε ότι μπορεί να πάσχετε από υπέρταση ή άλλο καρδιαγγειακό νόσημα, θα πρέπει να συμβουλευθείτε αρμόδιο γιατρό.
Πηγή: Αρκετές πληροφορίες που περιλαμβάνονται σε αυτό το άρθρο αντλήθηκαν, μεταξύ άλλων, από το πληρέστατο άρθρο του κ. Χρήστου Παναγούλη, Ιατρού Καρδιολόγου, που μπορείτε να διαβάσετε στο site του Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών.

Διαβάστε επίσης